σεληνάζω

Α
βλ. σεληνιάζομαι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεληνάζοντα — σεληνάζω to be moonstruck pres part act neut nom/voc/acc pl σεληνάζω to be moonstruck pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεληνάζων — σεληνάζω to be moonstruck pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεληνῆς — σεληνάζω to be moonstruck fut ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεληνῶν — σελήνη the moon fem gen pl σεληνάζω to be moonstruck fut part act masc voc sg σεληνάζω to be moonstruck fut part act neut nom/voc/acc sg σεληνάζω to be moonstruck fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεληνιάζομαι — ΝΑ, και σεληνάζω Α [σελήνη] 1. επηρεάζομαι ψυχολογικά από τις φάσεις τής σελήνης 2. πάσχω από επιληψία αρχ. 1. ζω κάτω από την σελήνη 2. (κατ επέκτ.) μεταβάλλομαι, φθείρομαι …   Dictionary of Greek

  • σεληνᾶς — σεληνᾶ̱ς , σεληνάζω to be moonstruck fut ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.